- μαγμός
- μαγμός, ὁ, das Abwischen, Reinigen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
μαγμός — μαγμός, ὁ (Α) 1. απόμαξη, καθάρισμα, σφούγγισμα 2. (κατά τον Ησύχ.) «τὸ καθάρσιον». [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μαγ (πρβλ. ἐ μάγ ην, παθ. αόρ. τού μάσσω «ζυμώνω, μαλάσσω») + κατάλ. μός] … Dictionary of Greek
μαγμόν — μαγμός wiping masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)